- αιονώ
- αἰονῶ (-άω) (Α)υγραίνω, καταβρέχω, μουσκεύω.[ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστης ετυμολ.ΠΑΡ. αρχ. αἰόνημα, αἰόνησις.ΣΥΝΘ. αρχ. ἐναιονῶ, ἐξαιονῶ, ἐπαιονῶ, καταιονῶ, προσαιονῶ].
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
αἰονῶ — αἰονάω moisten pres imperat mp 2nd sg αἰονάω moisten pres subj act 1st sg (attic epic ionic) αἰονάω moisten pres ind act 1st sg (attic epic ionic) αἰονάω moisten pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) αἰονάω moisten pres ind act 1st sg… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αιόνημα — αἰόνημα, το (Α) [αἰονῶ] κατάβρεγμα, μούσκεμα … Dictionary of Greek
αιόνησις — αἰόνησις ( εως), η (Α) [αἰονῶ] καταιονισμός, κατάβρεγμα, μούσκεμα … Dictionary of Greek
επαιονώ — ἐπαιονῶ, άω και έω (Α) 1. περιχύνω, υγραίνω, περιλούζω, λούζω 2. μέσ. λούζομαι, πλένομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αιονώ «μουσκεύω, υγραίνω»] … Dictionary of Greek
καταιονίζω — και καταιονώ (Α καταιονῶ, άω) 1. βρέχω κάποιον ή κάτι με νερό που πέφτει με ορμή από πάνω σαν βροχή, καταβρέχω 2. ιατρ. εκτελώ καταιόνηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + αἰονῶ «υγραίνω». Ο τ. καταιονίζω από μεταπλασμό τού καταιονῶ κατά τα ρ. σε ίζω] … Dictionary of Greek
προσαιονώ — άω, Α καταβρέχω επί πλέον, ραντίζω και θερμαίνω με θερμά επιθέματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + αἰονῶ «υγραίνω, μουσκεύω»] … Dictionary of Greek